Τετάρτη, 8 Οκτωβρίου 2014

Ο Θέμος Ποταμιάνος και το ενάλιο βασίλειο (Guest Post)

   Η γοητεία που ασκούν πολλά χρόνια τώρα τα θαλασσινά ανθολογήματα του Θέμου Ποταμιάνου είναι δίχως άλλο εντυπωσιακή. Λίγοι συγγραφείς γνωρίζουν καταλεπτώς όλα τα κατατόπια του θέματος που καταπιάνονται. Σαν ένας από τους εκλεκτούς αυτούς ο Θέμος Ποταμιάνος, μοιάζει με δύτη που μόλις τον τράβηξαν απ' τον βυθό και του ξεβίδωσαν την βαρειά περικεφαλαία του σκαφάνδρου και ιστορεί με απλά λόγια και κέφι την φαντασμαγορία των βυθών, έχοντας για δόλωμα το εύθυμο ύφος του, απ' το οποίο πιάνεται ο ίδιος ο αναγνώστης και δεν ξαγκιστρώνεται εύκολα...
   Χονδρικώς λοιπόν ο βυθός μπορεί να διαιρεθεί σε τρεις κατηγορίες. Πέτρα, άμμος, λάσπη. Ο καλύτερος βυθός για τους ψαράδες υπάγεται στην πρώτη κατηγορία. Ο ψαράς θέλει να βλέπει πέτρα, γιατί, όπου υπάρχει πέτρα, υπάρχει γονιμότης και ζωή, ευφορία και πλούτος. Χορτάρι και ψάρι. Αντίθετα με τη στεριά που οι πέτρες είναι ανεπιθύμητες, στο βυθό, ζωή υπάρχει μόνον πέριξ της πέτρας, είτε βαθειά, είτε ρηχά. Πέτρα να' ναι κι ότι να' ναι! Όποιο ψάρι περάσει από τις πέτρες, θεωρεί υποχρέωσή του να σταθεί, όπως στεκόμαστε εμείς στην αγορά. Δεν φεύγει, αν δεν ψωνίσει. Πάντοτε κάτι θα βρει. Στο βυθό λοιπόν τα κατσάβραχα έχουν μεγάλη αξία. Κι όταν λέμε κατσάβραχα, εννοούμε τις πέτρες του γιαλού και τις ξέρες, ψηλώματα του βυθού κατάγιαλα ή ανοιχτά.
 
 Σε αυτά τα κατσάβραχα του Φαλήρου, κι όχι μόνον, κατεβαίνουν οι "Κυριακάτικοι" όπως βαφτίστηκαν από τους Φαληριώτες, οι ψαράδες της Αθήνας που κάνουν κάθε Κυριακή πρωί την εμφάνισή τους στο παραθαλάσσιο από την "Σούδα" ως τις Τζιτζιφιές κι από τις Τζιτζιφιές ως το "Έντεν", λες και πάνε στη λειτουργία. Με τον όρθρο είναι κάτου. Η ημέρα αυτή πουνε για τον άλλο κόσμο ημέρα αναπαύσεως και προσευχής, είναι γι' αυτούς ημέρα κινητοποιήσεως, εκστρατείας, κόπου και μόχθου και θαλασσοδαρμού. Έτσι απαιτεί το δόγμα τους. Είναι όλοι πρωινοί και κατεβαίνουν με το ίδιο τραίνο. Γλέντι! Μόλις ο πρώτος πρωινός συρμός του Ηλεκτρικού φτάσει στο Φάληρο, ένα ασύντακτο στίφος ξεμπουκάρει από το σταθμό και τραβάει για το γιαλό. Προχωρούν όλοι βιαστικοί, γιατί πρέπει να προφτάσουν τα δολώματα πριν πουληθούνε.  Πάνε να τρυγήσουν τη θάλασσα! Πάνε ν' αφανίσουν το γένος των ψαριών!

   Κλάφτε, τσιπούρες· κλάφτε, λιθρίνια· ντυθείτε στα μαύρα, χάνοι, πέρκες, γωβιοί! Αφού περάσουν όλη την ημέρα στη θάλασσα, μαλώσουν δυό-τρεις φορές για την εκλογή του τόπου και για την τακτική της μάχης, θα φάνε φαγητό... εκστρατείας, θα σαραβαλιαστούν και το δειλινό θα γυρίσουν με καμιά δεκαριά περκόχανα, με πέντε γύλους, με δυο λιθρινάκια τόσα δα. Κι άλλοι εντελώς "αναίμακτοι", δε ματώνουν χείλι τσιπούρας. Γιατί οι τσιπούρες πιάνονται δύσκολα και είναι σπανιώτερες. Κι έπειτα μπορεί και... στη στεριά να γίνει το θαύμα. Παρουσιάζονται κι εκεί καμία φορά ολόφρεσκες τσιπούρες, που τις πιάνει κανείς σίγουρα όταν βάλει για δόλωμα μερικά δεκαχίλιαρα. Θριαμβευτής θ' ανέβει κατόπιν ο Κυριακάτικος στην Αθήνα. Ποιός θα μάθει ποτέ ότι η οκαδιάρικη αυτή τσιπούρα δεν πιάστηκε με καραβίδα αλλά με... μπαγιόκο; Μάρτυρες δεν υπάρχουν, και οι τσιπούρες είναι άφωνες...
   Αλλά ας αφήσουμε τους πίνακες επιφανείας για να ρίξουμε μια ματιά σε μερικά από τα ψάρια που απαντούμε συχνότερα στις θάλασσες και στις συνήθειές τους:

 Η Καλογρίτσα (καλόγρια ή παπαδιά)

 Το ύφος της το ταπεινό και το χρώμα της το καστανόμαυρο, χρώμα παλιού ξεθωριασμένου ράσου, συμφωνούν τόσο με το όνομά της. Την κάνουν να φαίνεται σαν μια μικρή, δειλή καλογρηούλα, μέσα στην ήρεμη αυλή γυναικείου μοναστηριού. Ο βίος της όμως κάθε άλλο είναι παρά μοναχικός. Είναι ακριβώς το αντίθετο. Νομαδικός και κοινωνικότατος, αρκετά τσιγγάνικος και πολυθόρυβος. Εμφανίζεται πάντοτε κατά μπουλούκια πειναλέα και ασύντακτα που θυμίζουν περιπλανωμένους θιάσους. Χωρίς καμία προειδοποίηση, χωρίς να την περιμένει κανείς και ενώ ακριβώς απεύχεται την επίσκεψή της, αριβάρει με όλο της το θίασο, εγκαθίσταται εις το κεντρικότερο σημείο και αρχίζει αιφνιδιαστικώς τις παραστάσεις της. Το έργο της συνεχίζεται μέχρις εξαντλήσεως των εισιτηρίων, μέχρι πλήρους εξασφαλίσεως των εισπράξεων, δηλαδή μέχρις αποδεκατισμού των δολωμάτων...

Σπάρος είναι μέγας καμποτίνος, μέγας απατεών. Καθώς βγαίνει για να τσιμπήσει το δόλωμα, πέρνει ύφος τσιπούρας για να μη πω συναγρίδας σωστής. Προχωρεί μεγαλοπρεπώς, άλλοτε αργά, ως πλουτοκράτης, άλλοτε ορμητικά ως παλικαράς, πάντοτε ποζάτος και εντυπωσιακός. Αυτός είναι ο σπάρος, ένας μεγαλομανής ρεκλαμαδόρος που δεν έχει ταίρι. Μιμείται την τσιπούρα όπως μιμούνται οι πλύστρες τις μεγάλες κυρίες. Είναι έτοιμος να σας βεβαιώσει ότι το βράδυ περνάει μ' ένα τσάι ελαφρό. Κι όμως είναι τέλειος χωριάτης ως το κόκκαλο, φαταούλας και σουρουκλεμές. Αυτό φαίνεται από τον τρόπο που ορμά στο δόλωμα. Νομίζεις πως βλέπεις τον Γιάννη Αγιάννη την ώρα που έκλεβε το ψωμί από το φούρνο!

Η Πέρκα

   Εξαδέλφη του Χάνου μα από κλάδο ευγενέστερο. Φιλάρεσκη, τσαχπίνα, ναζιάρα, πλάσμα θηλυκώτατον. Έχει φινέτσα ξεχωριστή και κάτι τι το "προσωπικό". Προ παντός έχει συνείδηση. Παρατηρείστε την πως εξέρχεται από τα φύκια και πως προχωρεί προς τα... κοσμικά κέντρα ή προς τα... εμπορικά. Έξοδος είναι αυτή ή κοσμική εμφάνισις; Τι πόζα, τι αλαζονεία, τι κοκεταρία, πόσος σνομπισμός! Αμ εκείνα τα βλέμματα; Κοιτάζει δεξιά και βλέπει τι γίνεται αριστερά! Η μάλλον βλέπει παντού χωρίς να κοιτά υπευθύνως ουδαμού! Εάν δε εφορμώντας κατά του δολώματος, τύχει να περνά άλλη πέρκα, δεν είναι παράδοξο να αφήσει το δόλωμα και να αρχίσει μαζί της τα παιχνίδια και το κυνηγητό. Ψοφάει για παιχνίδια ως γνήσιο θηλυκό.

Ο Τσίρος
   Ο τσίρος είναι μέγας αγύρτης. Έχει την ικανότητα να αυξομειώνει το πάχος του αναλόγως της ζητήσεως και να εξαπατά συγχρόνως τον κοσμάκη με το διπλούν και εναλασσόμενον, ως επώνυμον λωποδύτου, όνομά του. Τοιουτοτρόπως, παρουσιαζόμενος με δύο ονόματα ως κοινός απατεών, κατορθώνει να ξοδεύεται δύο φορές, πωλούμενος και ως τσίρος και ως σκουμπρί αναλόγως της εποχής και της περίστασης. Θαυμάστε τον όμως προηγουμένως μέσα στη θάλασσα όπου πλέει κατά λεγεώνας πυκνάς και εκτελεί κατά το έαρ μακρά ταξίδια αναψυχής, επισκεπτόμενος όλα τα γεωγραφικά πλάτη ως διακεκριμένος θαλασσοπόρος. Διαρκούντος του εαρινού ταξιδίου αναζωογονείται και παχύνεται ως χοίρος, μαζί δε με το πάχος αποκτά και το νέο του όνομα. Λέγεται πλέον σκουμπρί. Υπό την μορφή αυτή συλλαμβάνεται και τίθεται εις βαρέλιον με ικανόν άλας. Εάν όμως αποφύγει την σύλληψη συνεχίζει τον πλου και αποβάλλοντας συν τω χρόνω το πάχος του, επανέρχεται στην κατάσταση του τσίρου εναρμονιζόμενος με το γενικόν πνεύμα της οικονομίας και της περισυλλογής. Και ήδη βρίσκει ευκαιρία για να παρουσιασθεί υπό νέο στυλ στην αγορά και να κερδοσκοπήσει. Είναι από τα λίγα ψάρια που έχουν και διατηρούν "σιλουέτα" και ασφαλώς είναι να το ζηλεύουν πολλές φιλάρεσκες κυρίες που δεν θα αποκτήσουν αυτό το πράγμα ποτέ...

   
Αυτή λοιπόν ήταν μια μικρή δειγματοληψία από το θαλασσινό έργο του κ. Θέμου Ποταμιάνου, για τον οποίο ο δημοσιογράφος και θεατρικός συγγραφέας Δημήτρης Ψαθάς, μετά την πρωτόγνωρη εκδοτική επιτυχία του "Εδώ βυθός" το 1950, αναγνωρίζει ότι «ανήκει σε μια κατηγορία χιουμοριστών που, στην Ελλάδα τουλάχιστον μετριούνται στα δάκτυλα του ενός χεριού. Ενώ ο ακαδημαϊκός Σπύρος Μελάς βλέπει στο έργο του, «πίνακες επιφανείας που θυμίζουν τις καλύτερες ακουαρέλες του Κερκυραίου Γυαλινά. Όσο για τις μονογραφίες των ψαριών της ελληνικής θάλασσας είναι απολαυστικές και αποτελούν όλες σελίδες άξιες μιας θαλασσινής ανθολογίας».
   Αξίζει να αναφέρουμε εν συντομία ότι ο συγγραφέας γεννήθηκε στην Ανωμεριά Διβαράτων της Κεφαλλονιάς το 1895. Σπούδασε στη Σχολή Δοκίμων και υπηρέτησε στο Πολεμικό Ναυτικό ως οικονομικός αξιωματικός. Μετά την αποστρατεία του το 1935 με το βαθμό του Αντιπλοιάρχου αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά στη δημοσιογραφία και τη συγγραφή.
   
Συνέγραψε διηγήματα εμπνευσμένα από τη θάλασσα και τους κατοίκους της, σατυρικά σκιαγραφήματα και θεατρικά έργα που ανέβηκαν με επιτυχία στις θεατρικές σκηνές, ενώ παράλληλα τιμήθηκε με έπαινο του διεθνούς βραβείου Andersen. Έλαβε το εκδοτικό βάπτισμα του πυρός στα 1923 με το δράμα "Ο καλλιτέχνης της ζωής" έχοντας έκτοτε στο πλευρό του πιστούς αναγνώστες. Εκτός του χώρου του βιβλίου, ο συγγραφέας σημειώνει ασταμάτητα την παρουσία του, είτε στο ραδιόφωνο, είτε στις στήλες του ημερήσιου και του περιοδικού τύπου της εποχής, χρησιμοποιώντας το ψευδώνυμο «Ρεάλης». Τα βιβλία του σημειώνουν ακόμη και σήμερα πολλές επανεκδόσεις, μέσω της «Σειράς εκλεκτών έργων της νεοελληνικής λογοτεχνίας» της Εστίας, που δημιούργησε ο Κωνσταντίνος Σαραντόπουλος, και η οποία κοσμεί σχεδόν όλες τις βιβλιοθήκες των ελληνικών εμπορικών πλοίων με παλαιότερη απόφαση του ΥΕΝ, ενώ οι παλαιοί φιλόκαλοι τόμοι μοναδικής ως επί το πλείστον εκδοτικής επιμέλειας, είναι πλέον δυσεύρετοι και πανάκριβοι. Ο Θέμος Ποταμιάνος, που έφερνε στην επιφάνεια τα μυστικά της ενάλιας ζωής για μια ολόκληρη πεντηκονταετία, έφυγε απ' τη ζωή το 1973 στην Αθήνα. Η ιδιαίτερη πατρίδα του στην οποία ετάφη, τον τίμησε στις 10-4-2010 δίνοντας το όνομά του στο ομώνυμο πλέον Πολυκέντρο Πυλάρου Διβαράτων "Θέμος Ποταμιάνος".

Πηγές που χρησιμοποιήθηκαν:
Σιλουέτες των βυθών, Α΄ έκδοση, 1932, Ιδιωτική
Εδώ βυθός, Α΄ έκδοση, 1950, Ελληνική Εκδοτική Εταιρεία Α.Ε.
Εδώ βυθός, Γ΄ έκδοση, 1954, Οίκος Μιχαήλ Σαλίβερου Α.Ε. 
Ψαρέματα και Ψάρια, Α΄ έκδοση, 1954, Οίκος Μιχαήλ Σαλίβερου Α.Ε. 
Γιαλό-γιαλό, Α΄ έκδοση, 1959, Εστία
Ματιές στη θάλασσα, χ.χ. Εστία

- Η φωτογραφία του συγγραφέα που δημοσιεύεται ανωτέρω, βλέπει για πρώτη φορά το φως της διαδικτυακής δημοσιότητας και προέρχεται από επίκαιρο άρθρο-απόκομμα σε εφημερίδα της εποχής (αγνώστου δημοσιογράφου) εκ του προσωπικού αρχείου του γράφοντος.

Ευχαριστούμε πολύ τον babiscook ο οποίος είναι ο συγγραφέας αυτής της ανάρτησης. Περισσότερα άρθρα από τον συγκεκριμένο blogger μπορείτε να διαβάσετε στο: http://babiscook.blogspot.gr/

Δεν υπάρχουν σχόλια: